Δευτέρα, 21 Μαΐου 2012

Χρόνια Κ.οντά



K.άτσε Κ.οίτα Κ.ράτα την ανάσα σου αν θες και με ζόρι τα βλέφαρα ανοιχτά σα σε βουτιά θαλασσινή δε θα σε τσούξουν τα μάτια σου δεσμεύομαι ίσως ελάχιστά το μέσα σου μα Κ.αι πάλι δε ξέρω το είδα Κ.ρυφά για λίγο για όσο άφησες ξεκλείδωτες τις πόρτες πόσο απόκοσμα όμορφα ήταν θυμάμαι είχε σκοτάδι υγρό μα γλιστρούσε ένα φως αστρικής μοναξιάς αδύνατο να μη σε παρασύρει σαν τη λαγότρυπα της Αλίκης λίγο να ξεχαστείς μες την αφέλειά σου να Κ.άνεις πως Κ.οιτάς μέσα σε έχει Κ.αταπιεί ολόκληρη στη χώρα των τραυμάτων σε μικραίνει σε Κ.άνει τόση δα πέφτει φουστάνι μπλε η αξιοπρέπεια στο πάτωμα και Κ.άνει Κ.ρότο μένεις γυμνή ψάχνεις το φίλτρο για επιστροφή στα φυσιολογικά Κ.αι Κ.ει στο μαύρο σκηνικό να αιωρείται ένα χαμόγελο

για χρόνια το σερνα τραύμα παιδικό εκείνο το χαμόγελο του γάτου τη νύχτα στο σκοτάδι όλα τα φυσιολογικά παιδάκια ψάχνανε μπαμπούλες σε ντουλάπες ή Κ.άτω από κρεβάτια εμένα με τρόμαζαν μετέωρα χαμόγελα σκέτα χωρίς ιδιοκτήτες που να ήξερα τότε πως τώρα τα βράδια σαν Κ.λείσουν τα φώτα θα με Κ.ατατρέχει το δικό σου

νύχτα μέρα παίζαμε Κ.υνηγητό σε όσες γωνιές μέσα μου σε βρήκα να έχεις λουφάξει πριν καν προλάβω να σε πιάσω τικ τακ τικ τακ το ρολόι του μυαλού σου έγραφε φυγή Κ.αι μισή έχω αργήσει έχω και γω όμως ρολόι να ξέρεις κρεμαστό στο λαιμό πηγαίνει ανάποδα οπως ακριβώς οι στροφές του δικού μου μυαλού έχω αρχίσει να πιστεύω πως αυτός που το πιλοτάρει έχει ξεχάσει εντελώς την διαδικασία της προσγείωσης Κ.αι έτσι βρίσκεται σε αναγκαστικη τροχιά γύρω απ΄το κεφάλι ίσως πάλι αυτός να είναι ο λόγος που στήναμε τα ξημερώματα Κ.ρυφά πάρτι οι δυό μας είχαμε δυο τεράστια Κ.απέλα μέσα στο κεφάλι Κ.αι συ μου μάθαινες Κ.όλπα
άνοιγες το στόμα Κ.αι έβγαζες πολύχρωμα μαντήλια παραφροσύνης  στόλιζες τον τοίχο της ψυχής μου Κ.αι γω γελούσα έτρεχε Κ.όκκινο ουίσκι απ’τη τσαγιέρα το έχυνες στα φλυτζάνια έκανες ζύμη το παρελθόν Κ.αι το έπλαθες μπισκότα τα βουτούσαμε μέσα στο Κ.αυτό Κ.όκκινο ουισκί μέχρι να μαλακώσουν Κ.αι τα K.αταβροχθίζαμε παρέα άλλες νύχτες πάλι έβγαζες μέσα απ’το Κ.απέλο Κ.αύλες Κ.αι άλλοτε Κ.ρίμα όλα φτιαγμένα από Κ.

το Κ.αλύτερο σου Κ.όλπο όμως ήταν το πόσο αναπάντεχα απρόβλεπτα εξαφανιζόσουν και γω επέστρεφα μεμιάς στην πραγματικότητα ακόμα δεν έχω ξεκαθαρίσει αν όλα αυτά υπήρξαν ή απλά τα φαντάστηκα όπως εξάλλου συνηθίζω ή αν ήταν κάποιο επίμονο όνειρο σαν αυτά ξέρεις που βλέπουμε συχνά ότι πετάμε ή πάμε ξυπόλυτοι στο σχολείο

μετά πάλι νιώθω τεράστια δε μου χωράει τίποτα με στενεύουν οι άνθρωποι νιώθω σα γίγαντας όλα μικρά γύρω μου περισσεύουν οι σκέψεις μου βγαίνουν έξω από τη μύτη το στόμα τα αυτιά μου πρέπει να ξέχασες το φίλτρο ή μπορεί να με άφησες επίτηδες έτσι να μην αμφιβάλλω πως τάχα δε σε συνάντησα σε ένα πράσινο τοίχο να καπνίζεις ειρωνία και να κάνεις κύκλους με το καπνό να τους πιέζεις στη μέση με τα δάχτυλα να τους κάνεις οχτάρια να τα ξαπλώνεις να με κυκλώνουν εμένα τα άπειρα

σήμερα πάνω από τη λαγότρυπα είναι γιορτή και μου χει σφηνώσει στο νου πως αν υπήρχες σίγουρα θα άρχιζες από Κ.  ναι σου λέω σίγουρα θα άρχιζες με Κ. θυμάμαι τότε που σε είχα ρωτήσει το πρώτο γράμμα από το πωςσελένε σου έσκυψες και χάραξες πάνω στην Κ.λείδα μου ένα Κ. με τα δόντια μπορεί και να γιορτάζαμε μαζί αν δεν απείχες 88.888.888 έτη σκότους μακριά

Κ.άνε μου μια χαρη για σήμερα πριν μου φορέσεις Κ.λισέ το χρόνια σου πολλά τύλιξε δώρο ένα χρόνια μας Κ.οντά Κ.αι στείλτο Κ.ούριερ μαζί με χάρτη για κείνη τη χώρα των τραυμάτων.
Δε θα γιορτάζω σήμερα στο υπόσχομαι απόψε με λένε Αλίκη για να έχουμε την ίδια μέρα Αγιορτή στήσε το πάρτι βράσε ουίσκι κι έρχομαι Αλήτη.

Κ.αι ζήσαν αυτοί Κ.αλά μα είναι εκείνο το εμείς που σε στοιχειώνει ακόμα 


Κ.

Πέμπτη, 8 Μαρτίου 2012

γυναικάΚι. Με ταφ


Ημέρα γυναίκας Marni στα Η&Μ γυναικεία φύση μεταβολή σε γυναικεία μίση όχι ευχαριστώ δε θα πάρω θα μείνω σπίτι να με κακομάθω θα μου ψήσω τσάι και θα μουλιάζω μέσα μοναξιά και μπισκότα μέχρι να μαλακώσουν με ταλαιπωρημένο μακιγιάζ απ’τα χθες σβηστό eyeliner και κόκκινα σκασμένα χείλη φτηνή μάσκα κινέζας πόρνης η φωνή της μαμάς να ξεβάφεις χειλάκια να ναι απαλά να μη σκάνε καρφώνω κλισέ σε δωδεκάποντη γόβα άσε ρε μάνα κάνω μια γρατζουνιά στο γυναικείο καλούπι χαλάει το νυχι φτου σου ρε πούστη οι γυναίκες δε βρίζουν.

«Φτάνεις τριάντα βάλε μπρος για παιδάκι» μπουκώνει ωοθήκη βουίζουν τ’αυτιά, χρόνια θέλω να ζωγραφίσω στο σώμα μου ένα κλουβί ανοιχτό κι ένα πουλί παραδίπλα, το λέω μια μέρα στον Π. γελά, κοροϊδεύουν οι φίλοι ζεις σε μια φαντασίωση που είν’το κλουβί σου, μια νύχτα μου μιλούσες ήθελες να με αποκαταστήσεις ακούω απο κατα στύσεις με ήτ(τ)α με διορθώνεις να το κλουβί σκέφτομαι φεύγεις έρχεσαι το φέρνεις μαζί σου με μια πορτούλα τόση δα να μη χωρά το ΡΟΖ το πουλάκι το περνάς χτες στο λαιμό μου χρυσό σαν τη μπύρα στο πλαστικό ποτήρι, κορίτσια με σκούρα κραγιόν αγόρια με μούσια ηλεκρονικές νότες καλώδια συνδεδεμένα κορμιά καυλωμένα σαλεύουν ελάχιστα ξεφωνίζουν λιγάκι νυστάζω μου λες πεινάω σου λέω μυρίζει λουκάνικο, θα φας τέτοια ώρα; Ναι γυναίκα προσεξε τη σιλουέτα φρόντισε τη γραμμή σου γρα ΜΗ σου α γαμήσου.

Ξυπνώ το πρωί, γορτάζεις σου λένε γιορτά ΖΕΙΣ. Θα ντυθώ γυναίκα βγαλμένη από σελίδες βιβλίων του Τζούμα θα τρέχει η καύλα απ’το καπνό που φυσάω φιλήδονα μα αυτεξούσια σα γνήσια σουφραζέτα, βγήκα χωρίς σουτιέν, τι κόντρα ρόλος δεν ήταν για μενα, ευτυχώς φορώ τεράστια μυωπικά γυαλιά να με κοιτάνε στα μάτια, γυναίκα, γυναικάκι,γυναι κάκι γίνε κάτι, γαμήσου ημέρα με τις προσδοκίες που μου φορτώνεις δε θέλω να γίνω μα να είμαι, κυτταρίτιδα κοίτα ρυτίδα, να βάλουμε κρέμες να μη φάμε τις κρέμες κάνουν ψωμάκια, αδιαθέτησα, τραβώ καζανάκι αντίο γυναικεία φύση υγρά ταξίδια και χρόνια πολλά, φυσικά φουσκωμένα τα στήθη μεσημεριάζει να τα κάνω εκπομπή να χειροκροτάνε τα πλήθη, να κάνω μαλλί μπούκλα να γίνω μια κούκλα ας είναι πλαστική αρκει να χει την τρύπα, θα χω πονοκέφαλο τα βράδια μα στο χέρι που πιάνει κεφάλι μονόπετρο και μόνο Πέτρο ίσως και Τάκη μπορεί και Κώστα αρκεί να μη μάθει ο Πέτρος, γυναικα γυναικούλα γίνε κουλα γίνε η Κούλα, αναγούλα, φχαριστώ δε θα πάρω.

Πάω δουλειά, περπατώ, κοιτώ το κλουβί το πουλί έχει πέσει, έπεσε το πουλί όχι γαμώτι πέθανε το πουλί, πέθανε το πουλί γελάω νευρικά σχεδόν υστερικά κάνει αντίλαλο στο κεφάλι, πέθανε το πουλί, παίρνω τον Π., έλα, τι έπαθες; Κλαίς ή γελάς; πέθανε το πουλί πέθανε το πουλί ποιο πουλί; αυτό στο κλουβί που πέρασες χτες στο λαιμό μου καταλαβαίνεις πεθανε το πουλί ήρεμησε τι το έκανες; τόσο καιρό στο Βερολίνο τόσες ώρες ταξίδι λίγες ώρες μαζί σου και δεν είναι τυχαίο...πουτάνα αλληγορία πέθανε το πουλί στο κλουβί μου κύρια τι έπαθε το πουλάκι; πέθανε παιδί μου είχαν ξεχάσει να του βάλουν και φτερά καλύτερα έτσι, είχε κυρία μα τα χε μαζέψει να μη του τα βλέπουν πουτάνα αλληγορία πέθανε το ροζ πουλί με τα μαζεμένα κρυφά φτερά του τελευταία λόγια γυναικάκι γίνε κάτι κοντεύω 30 και δεν έμαθα τι πουτάνα αλληγορία κοπήκαν τα δικά μου.

Κυριακή, 3 Ιουλίου 2011

Παίξε φεύγα μαζί μου

Έλα ταξίδεψε με για λίγο σου λέω… Πες μου τι δε ξεχνούν τα μάτια σου από κείνο το ταξίδι και τι μυρωδιές σου έρχονται σαν κλείσεις για λίγο τα μάτια? Μου λες τα δικά σου, για γεύσεις και κείνη τη μυρωδιά απ’ τα βρεγμένα φύλλα στο δάσος που πότισε μια καλοκαιρινή μπόρα, σ’ ακούω, φαντάζομαι, για λίγο βρέθηκα στη θέση του συνοδηγού, άνοιξα ακόμα περισσότερο το παράθυρο, αυτή τη φορά δεν κατάφερα να κλείσω τα μάτια να νιώσω τον αέρα στα μάγουλα, δε μ’ αφήνει εκείνη, απλώνεται προκλητικά όμορφη μπροστά μου σαν εκείνη τη γυμνή γυναίκα στο πίνακα του Φρεντερίκ Μπαζίλ που δε σ’ αφήνει να πάρεις τα μάτια σου από πάνω της, είναι και κείνο το υγρό ένιε του Ισπανού απ’ το ραδιόφωνο, βρίσκομαι ήδη στη Χώρα των Βάσκων πίνω παγωμένο tinto de verano και σου ψιθυρίζω εκείνο το ρητό, ««πριν ο Θεός γίνει Θεός και οι πέτρες γίνουν πέτρες, οι Βάσκοι ήταν ήδη Βάσκοι»

Θυμάμαι πως κάποτε και γω σ’ ένα δωμάτιο φοιτητικής εστίας στο Voie Domitienne καθώς ετοίμαζα βιβλία για το μάθημα σας κοίταξα και είπα ’’Δε φτιάχνω τσάντα μαθητή σήμερα, αλλά βαλίτσα. Πάμε Ισπανία?’’ . Γελούσες και μου ‘λεγες κάτσε να το σκεφτούμε λίγο, έβγαλες χαρτί και μολύβι να αρχίσεις τους λογαριασμούς, μαζεύοντας σφιχτή κοτσίδα τα μαλλιά σου (πόσο μου λείπει αυτός ο ορθολογισμός σου που συνοδευόταν πάντα με πιάσιμο των μακριών μαλλιών σου), αυτά δε γίνονται με σκέψη αλλά με ζέση, σε όσα λογαριάζουμε βγαίνουμε πάντα μείων, «μα είναι ήδη μεσημέρι», σε όλα τα «ήδη» σου είναι αυτά που δεν πρόλαβες να ζήσεις σου λέω, γελάς και νιώθω ευτυχία ξέρω πως η παρένθεση στο στόμα γύρω απ΄ το γέλιο σου μου ψιθυρίζει το «ναι» μου.

Φορτώνουμε το νοικιάρικο μπαγκάζια, θέλω ζεστά ζυμαρένια μισοφέγγαρα με σοκολάτα για το δρόμο, εισπράττω το δήθεν «άγριο» βλέμμα του Ν. απ’ τον καθρέφτη, το εξαργυρώνει μ’ αυθάδικο βγάλσιμο γλώσσας, πνίγει το γέλιο με βήχα και σταματάει σ’ εκείνο το Maison du Pain με το πιο λαχταριστό éclair σοκολάτας του κόσμου.

Σας αφήνω μπροστά να «τσακώνεστε» για μουσικές, η Α. θέλει τη συντροφιά από φωνές που τραγουδούν στα Γαλλικά, «νισάφι πια με τους λελέδες και τα ανάπηρα ρω τους», τα χέρια σας μπλέκονται στα κουμπιά του ραδιοφώνου, είναι που θα μπλεχτούν και τα βλέμματα και τελικά θα περάσει το δικό της.

Σε όλη τη διαδρομή κοιτάω συνέχεια έξω, ποτέ μου δεν κατάφερα να κοιμηθώ σε ταξίδι, η διαδρομή κρύβει τη μισή μαγεία, τα πιο αγαπημένα μου όνειρα δεν τ’ άφησα πάνω σε μαξιλάρια, αλλά σε αφρισμένες θάλασσες, οργωμένα χωράφια, κατάφυτα δάση ή τρίγωνα που σχημάτισαν βουνά. Δραπέτευσαν από κάποιο μισάνοιχτο παράθυρο αυτοκινήτου και σκόρπισαν, στάχτες των «θέλω» μου.

Τι να σου πρωτοπώ για κείνο το ταξίδι, δεν είναι η θέα των βουνοκορφών απ’ το παράθυρο μας στο δωμάτιο, ούτε εκείνο το ροζ μουσείο στο Figueres με τα τεράστια ‘’αβγά’’ στη σκεπή, τα εκθέματα του πιο ευφυή καλλιτέχνη του 20ου αιώνα στο εσωτερικό του, ούτε εκείνη η Κάντιλακ που μ’ ένα σου κέρμα γέμιζε νερό. Δεν είναι η αρχιτεκτονική του Gaudi, το πολύχρωμο φως στο πρόσωπο σου απ’ τα βιτρό στη Sagrada Familia, το ότι βλέπαμε «αχινούς» στην οροφή και ο Ν. κουνούσε κοροϊδευτικά το κεφάλι, τα πολύχρωμα μαρμάρινα ψηφιδωτά στο πάρκο Guell, τα σπιτάκια με τις περίτεχνες Art Nouveau σκεπές, οι ισπανικές μελωδίες απ΄ τον πλανόδιο μουσικό του πάρκου και ο Ν. να σου χορεύει, το ότι ψάχναμε μέχρι τα ξημερώματα το Colbato, τα παρ αρίμπα και αμπάχο που δεν καταλάβαμε ποτέ, τα σαλάχια- φαντάσματα που περνούσαν πάνω απ’ το κεφάλι μας στο ενυδρείο, εκείνο το βράδυ ψηλά πάνω από το Μουσείο Εθνικής Τέχνης, στα απλωμένα φώτα τις πόλης σκορπίσαμε γέλια και δυο τρείς από τους πόθους μας. Δεν είναι τα γέλια μας σαν σε σερβίρανε τη «γκουρμεδιά» που έφαγες στο Hotel Arts, η μυρωδιά απ΄ τη paella, τα tapas bar, εκείνο το χρυσό «χαλί» που σμίγει με τη θάλασσα στη Barceloneta, τα κατάρτια απ΄τα ιστιοπλοϊκά στο λιμάνι, και ο ήχος που κάνουν τα βήματα στη ξύλινη γέφυρα. Δεν είναι όλα όσα γευτήκαμε γενικά, είδαμε και ζήσαμε εκεί.

Είναι η χαρά του ταξιδιού που δεν έχει προγραμματιστεί, όλα τα «ήδη» σου που τόλμησες να κάνεις πράξη, εκείνος εκεί ο στίχος που λέει θα σε πάρω να φύγουμε που σβουρίζει συχνά στο μυαλό σου και σε βρίσκει η νύχτα να τσουγκρίζεις ποτήρι λέγοντας «δεν το πιστεύω ότι είμαστε εδώ», είναι αυτά που θα χεις να θυμάσαι τις μέρες που πήζεις στη δουλειά, η «βενζίνη» σου για ταξίδια με όχημα το μυαλό σου, και το σπίρτο που ανάβει φωτιές στο «κάτσε να το σκεφτούμε» κάθε φορά που θες να το σκάσεις.










our ''urchins''. Spiny just like your absence

Σάββατο, 18 Ιουνίου 2011

Λίγη απο (παιδική) χαρά.

Μια φορά το μήνα μπλογκινγκ δε το λες, περίοδο ίσως έτσι και γω μηνιαίως εδώ να σου υπενθυμίζω πόσο υπεροχή είναι η γυναικεία φύση και μάλιστα χωρίς κράμπες. Μίζερα δεν έχει ή μάλλον έχει αλλά δεν προσφέρει το κατάστημα έχεις τα ζόρια σου το ξέρω έχω και γω τα δικά μου το τελευταίο που θες είναι να ανοιξεις άλλο ένα μπλόγκ ξεχασμένο και να πέσεις πάνω σε σύχρονα δράματα χωρίς το χορό.Σκέτα. Μονόλογοι απλώμένοι ζητείται το ήθος, το μέλος και η όψις.

Γι’ αυτό τώρα που πέφτουν οι μάσκες, μαζί με τα καλοκαιρίνα κατέβασε και κείνα τα χαμόγελα σου που τα χες κρύψει το χειμώνα στο πατάρι. Εχεις καιρό να τα φορέσεις και μου χουν λείψει τόσο. Κοστίζουν τόσο λίγο μα αξίζουν τόσα πολλά.

Σταμάτα να γκρινιάζεις για λίγο, για όσο, κερνάω εισητήρια στο μετρό μ’αντάλλαγμα λίγο απο γέλιο, πες μου μια καλημέρα πριν με σπρώξεις και χωθείς βιαστικά μες το βαγόνι και βγαίνοντας σύρε και κάντην πράξη.



Dress worn as a top : Morgan, Skirt: from random shop, shoes : Swedish Hasbeens H&M

bag: sister's gift from Tunisia