Δευτέρα, 21 Μαΐου 2012
Χρόνια Κ.οντά
Πέμπτη, 8 Μαρτίου 2012
γυναικάΚι. Με ταφ
Ημέρα γυναίκας Marni στα Η&Μ γυναικεία φύση μεταβολή σε γυναικεία μίση όχι ευχαριστώ δε θα πάρω θα μείνω σπίτι να με κακομάθω θα μου ψήσω τσάι και θα μουλιάζω μέσα μοναξιά και μπισκότα μέχρι να μαλακώσουν με ταλαιπωρημένο μακιγιάζ απ’τα χθες σβηστό eyeliner και κόκκινα σκασμένα χείλη φτηνή μάσκα κινέζας πόρνης η φωνή της μαμάς να ξεβάφεις χειλάκια να ναι απαλά να μη σκάνε καρφώνω κλισέ σε δωδεκάποντη γόβα άσε ρε μάνα κάνω μια γρατζουνιά στο γυναικείο καλούπι χαλάει το νυχι φτου σου ρε πούστη οι γυναίκες δε βρίζουν.
«Φτάνεις τριάντα βάλε μπρος για παιδάκι» μπουκώνει ωοθήκη βουίζουν τ’αυτιά, χρόνια θέλω να ζωγραφίσω στο σώμα μου ένα κλουβί ανοιχτό κι ένα πουλί παραδίπλα, το λέω μια μέρα στον Π. γελά, κοροϊδεύουν οι φίλοι ζεις σε μια φαντασίωση που είν’το κλουβί σου, μια νύχτα μου μιλούσες ήθελες να με αποκαταστήσεις ακούω απο κατα στύσεις με ήτ(τ)α με διορθώνεις να το κλουβί σκέφτομαι φεύγεις έρχεσαι το φέρνεις μαζί σου με μια πορτούλα τόση δα να μη χωρά το ΡΟΖ το πουλάκι το περνάς χτες στο λαιμό μου χρυσό σαν τη μπύρα στο πλαστικό ποτήρι, κορίτσια με σκούρα κραγιόν αγόρια με μούσια ηλεκρονικές νότες καλώδια συνδεδεμένα κορμιά καυλωμένα σαλεύουν ελάχιστα ξεφωνίζουν λιγάκι νυστάζω μου λες πεινάω σου λέω μυρίζει λουκάνικο, θα φας τέτοια ώρα; Ναι γυναίκα προσεξε τη σιλουέτα φρόντισε τη γραμμή σου γρα ΜΗ σου α γαμήσου.
Ξυπνώ το πρωί, γορτάζεις σου λένε γιορτά ΖΕΙΣ. Θα ντυθώ γυναίκα βγαλμένη από σελίδες βιβλίων του Τζούμα θα τρέχει η καύλα απ’το καπνό που φυσάω φιλήδονα μα αυτεξούσια σα γνήσια σουφραζέτα, βγήκα χωρίς σουτιέν, τι κόντρα ρόλος δεν ήταν για μενα, ευτυχώς φορώ τεράστια μυωπικά γυαλιά να με κοιτάνε στα μάτια, γυναίκα, γυναικάκι,γυναι κάκι γίνε κάτι, γαμήσου ημέρα με τις προσδοκίες που μου φορτώνεις δε θέλω να γίνω μα να είμαι, κυτταρίτιδα κοίτα ρυτίδα, να βάλουμε κρέμες να μη φάμε τις κρέμες κάνουν ψωμάκια, αδιαθέτησα, τραβώ καζανάκι αντίο γυναικεία φύση υγρά ταξίδια και χρόνια πολλά, φυσικά φουσκωμένα τα στήθη μεσημεριάζει να τα κάνω εκπομπή να χειροκροτάνε τα πλήθη, να κάνω μαλλί μπούκλα να γίνω μια κούκλα ας είναι πλαστική αρκει να χει την τρύπα, θα χω πονοκέφαλο τα βράδια μα στο χέρι που πιάνει κεφάλι μονόπετρο και μόνο Πέτρο ίσως και Τάκη μπορεί και Κώστα αρκεί να μη μάθει ο Πέτρος, γυναικα γυναικούλα γίνε κουλα γίνε η Κούλα, αναγούλα, φχαριστώ δε θα πάρω.
Πάω δουλειά, περπατώ, κοιτώ το κλουβί το πουλί έχει πέσει, έπεσε το πουλί όχι γαμώτι πέθανε το πουλί, πέθανε το πουλί γελάω νευρικά σχεδόν υστερικά κάνει αντίλαλο στο κεφάλι, πέθανε το πουλί, παίρνω τον Π., έλα, τι έπαθες; Κλαίς ή γελάς; πέθανε το πουλί πέθανε το πουλί ποιο πουλί; αυτό στο κλουβί που πέρασες χτες στο λαιμό μου καταλαβαίνεις πεθανε το πουλί ήρεμησε τι το έκανες; τόσο καιρό στο Βερολίνο τόσες ώρες ταξίδι λίγες ώρες μαζί σου και δεν είναι τυχαίο...πουτάνα αλληγορία πέθανε το πουλί στο κλουβί μου κύρια τι έπαθε το πουλάκι; πέθανε παιδί μου είχαν ξεχάσει να του βάλουν και φτερά καλύτερα έτσι, είχε κυρία μα τα χε μαζέψει να μη του τα βλέπουν πουτάνα αλληγορία πέθανε το ροζ πουλί με τα μαζεμένα κρυφά φτερά του τελευταία λόγια γυναικάκι γίνε κάτι κοντεύω 30 και δεν έμαθα τι πουτάνα αλληγορία κοπήκαν τα δικά μου.
Κυριακή, 3 Ιουλίου 2011
Παίξε φεύγα μαζί μου
Θυμάμαι πως κάποτε και γω σ’ ένα δωμάτιο φοιτητικής εστίας στο Voie Domitienne καθώς ετοίμαζα βιβλία για το μάθημα σας κοίταξα και είπα ’’Δε φτιάχνω τσάντα μαθητή σήμερα, αλλά βαλίτσα. Πάμε Ισπανία?’’ . Γελούσες και μου ‘λεγες κάτσε να το σκεφτούμε λίγο, έβγαλες χαρτί και μολύβι να αρχίσεις τους λογαριασμούς, μαζεύοντας σφιχτή κοτσίδα τα μαλλιά σου (πόσο μου λείπει αυτός ο ορθολογισμός σου που συνοδευόταν πάντα με πιάσιμο των μακριών μαλλιών σου), αυτά δε γίνονται με σκέψη αλλά με ζέση, σε όσα λογαριάζουμε βγαίνουμε πάντα μείων, «μα είναι ήδη μεσημέρι», σε όλα τα «ήδη» σου είναι αυτά που δεν πρόλαβες να ζήσεις σου λέω, γελάς και νιώθω ευτυχία ξέρω πως η παρένθεση στο στόμα γύρω απ΄ το γέλιο σου μου ψιθυρίζει το «ναι» μου.
Φορτώνουμε το νοικιάρικο μπαγκάζια, θέλω ζεστά ζυμαρένια μισοφέγγαρα με σοκολάτα για το δρόμο, εισπράττω το δήθεν «άγριο» βλέμμα του Ν. απ’ τον καθρέφτη, το εξαργυρώνει μ’ αυθάδικο βγάλσιμο γλώσσας, πνίγει το γέλιο με βήχα και σταματάει σ’ εκείνο το Maison du Pain με το πιο λαχταριστό éclair σοκολάτας του κόσμου.
Σας αφήνω μπροστά να «τσακώνεστε» για μουσικές, η Α. θέλει τη συντροφιά από φωνές που τραγουδούν στα Γαλλικά, «νισάφι πια με τους λελέδες και τα ανάπηρα ρω τους», τα χέρια σας μπλέκονται στα κουμπιά του ραδιοφώνου, είναι που θα μπλεχτούν και τα βλέμματα και τελικά θα περάσει το δικό της.
Σε όλη τη διαδρομή κοιτάω συνέχεια έξω, ποτέ μου δεν κατάφερα να κοιμηθώ σε ταξίδι, η διαδρομή κρύβει τη μισή μαγεία, τα πιο αγαπημένα μου όνειρα δεν τ’ άφησα πάνω σε μαξιλάρια, αλλά σε αφρισμένες θάλασσες, οργωμένα χωράφια, κατάφυτα δάση ή τρίγωνα που σχημάτισαν βουνά. Δραπέτευσαν από κάποιο μισάνοιχτο παράθυρο αυτοκινήτου και σκόρπισαν, στάχτες των «θέλω» μου.
Τι να σου πρωτοπώ για κείνο το ταξίδι, δεν είναι η θέα των βουνοκορφών απ’ το παράθυρο μας στο δωμάτιο, ούτε εκείνο το ροζ μουσείο στο Figueres με τα τεράστια ‘’αβγά’’ στη σκεπή, τα εκθέματα του πιο ευφυή καλλιτέχνη του 20ου αιώνα στο εσωτερικό του, ούτε εκείνη η Κάντιλακ που μ’ ένα σου κέρμα γέμιζε νερό. Δεν είναι η αρχιτεκτονική του Gaudi, το πολύχρωμο φως στο πρόσωπο σου απ’ τα βιτρό στη Sagrada Familia, το ότι βλέπαμε «αχινούς» στην οροφή και ο Ν. κουνούσε κοροϊδευτικά το κεφάλι, τα πολύχρωμα μαρμάρινα ψηφιδωτά στο πάρκο Guell, τα σπιτάκια με τις περίτεχνες Art Nouveau σκεπές, οι ισπανικές μελωδίες απ΄ τον πλανόδιο μουσικό του πάρκου και ο Ν. να σου χορεύει, το ότι ψάχναμε μέχρι τα ξημερώματα το Colbato, τα παρ αρίμπα και αμπάχο που δεν καταλάβαμε ποτέ, τα σαλάχια- φαντάσματα που περνούσαν πάνω απ’ το κεφάλι μας στο ενυδρείο, εκείνο το βράδυ ψηλά πάνω από το Μουσείο Εθνικής Τέχνης, στα απλωμένα φώτα τις πόλης σκορπίσαμε γέλια και δυο τρείς από τους πόθους μας. Δεν είναι τα γέλια μας σαν σε σερβίρανε τη «γκουρμεδιά» που έφαγες στο Hotel Arts, η μυρωδιά απ΄ τη paella, τα tapas bar, εκείνο το χρυσό «χαλί» που σμίγει με τη θάλασσα στη Barceloneta, τα κατάρτια απ΄τα ιστιοπλοϊκά στο λιμάνι, και ο ήχος που κάνουν τα βήματα στη ξύλινη γέφυρα. Δεν είναι όλα όσα γευτήκαμε γενικά, είδαμε και ζήσαμε εκεί.
Είναι η χαρά του ταξιδιού που δεν έχει προγραμματιστεί, όλα τα «ήδη» σου που τόλμησες να κάνεις πράξη, εκείνος εκεί ο στίχος που λέει θα σε πάρω να φύγουμε που σβουρίζει συχνά στο μυαλό σου και σε βρίσκει η νύχτα να τσουγκρίζεις ποτήρι λέγοντας «δεν το πιστεύω ότι είμαστε εδώ», είναι αυτά που θα χεις να θυμάσαι τις μέρες που πήζεις στη δουλειά, η «βενζίνη» σου για ταξίδια με όχημα το μυαλό σου, και το σπίρτο που ανάβει φωτιές στο «κάτσε να το σκεφτούμε» κάθε φορά που θες να το σκάσεις.
Σάββατο, 18 Ιουνίου 2011
Λίγη απο (παιδική) χαρά.
Γι’ αυτό τώρα που πέφτουν οι μάσκες, μαζί με τα καλοκαιρίνα κατέβασε και κείνα τα χαμόγελα σου που τα χες κρύψει το χειμώνα στο πατάρι. Εχεις καιρό να τα φορέσεις και μου χουν λείψει τόσο. Κοστίζουν τόσο λίγο μα αξίζουν τόσα πολλά.
Σταμάτα να γκρινιάζεις για λίγο, για όσο, κερνάω εισητήρια στο μετρό μ’αντάλλαγμα λίγο απο γέλιο, πες μου μια καλημέρα πριν με σπρώξεις και χωθείς βιαστικά μες το βαγόνι και βγαίνοντας σύρε και κάντην πράξη.
Dress worn as a top : Morgan, Skirt: from random shop, shoes : Swedish Hasbeens H&M
bag: sister's gift from Tunisia