Πέμπτη, 16 Δεκεμβρίου 2010

Άντε αγαπήσου...

Εκείνο τον καιρό μετά το Γάμο στην Κανά οι μπολογκοφιλενάδες μου Μαρία και Katoula, είχαν κοινή έμπνευση να μου πασάρουν το μπαλάκι της αγάπης, συνεχίζοντας και γω με τη σειρά μου εκείνο το γνωστό μπλογκοπαίχνιδο με τα τεν θινγκς αι λαβ. Όπως πάντα έγκαιρα, σου χω έτοιμη τη λίστα και σχώρνα με αλλά θα ναι στα ελληνικά καθώς τα τεν θινγκς ΑΙ λαβ μόνο με ελληνικό αλφάβητο δύναμαι να τα ‘‘ντύσω’’ γιατί πολύ απλά είναι κάτι πολύ παραπάνω από τεν θινγκς αι λαβ, είναι…


  • Στη παιδική χαρα όπου δω κούνια, ν’ ανεβαίνω και με φόρα να αρχίζω να ταλαντεύομαι με τέτοια ορμή, να αγγίξουν οι μύτες των παπουτσιών μου τα φύλλα από το απέναντι δέντρο, κι άλλο λίγο Ντιντίν, έελα!!, να αγγίξουν ουρανό, να κλείνω τα μάτια και ο αέρας να μου χαιδευει τα μάγουλα, ότι ονειρεύομαι να φτάσω να κρύβεται στο αντάμωμα μου με τα φύλλα των δέντρων. Οι παιδικές χαρές στέκουν εκεί για να μου θυμίζουν όλα όσα κατόρθωσα να ‘‘φτάσω’’, μα κυρίως όλα όσα στάθηκα δειλή να ή δεν είχα τα κότσια να μου δώσω την ώθηση που χρειάστηκα για ν’ ανταμώσω.
  • Τη μυρωδιά από τα καινούρια βιβλία, από τα περιοδικά μου μόλις τα πρωτ'ανοίγω, την μυρωδιά της καυτης σοκολάτας και του ζεστού ποπ-κορν, την μυρωδιά από κείνη την ξεχασμένη σου μπλούζα, την μυρωδιά της μάνας μου, από τον ελληνικό καφέ, την μυρωδιά από κείνο το μπουκάλι με το τελειωμένο σου άρωμα, ξεχασμένο πάνω στα ράφια της ακόμα πιο ξεχασμένης σου βιβλιοθήκης, όλες τις μυρωδιές του καλοκαιριού, από κείνη των φρούτων μέχρι εκείνη του αντηλιακού, η μυρωδιά της βροχής και του μουσκεμένου χώματος. Την αίσθηση της όσφρησης γενικά. Χωρίς αυτήν οι άλλες τεσσερις μένουν παράλυτες.
  • Τα στενάκια στο Montpellier, οι ψαράδες στο Palavas και κείνη τη ροζ από τα εκατοντάδες φλαμίνγκο λιμνοθάλασσα, τη μυρωδιά από τα φρέσκα ψωμάκια στα Paul, το απογευματινό μου éclair στο maison du pain στο Bouttonet, τα πεσμένα φύλλα στο Peyrou το δικό μου μαγικό χαλί, ταξίδι σε χίλιες και μια νύχτες μακριά σου, το Tam με τα χελιδόνια ή τις μαργαρίτες του- το πιο όμορφο τραμ του κόσμου, το γαργάλημα στον ουρανίσκο μου από το Côteaux du Languedoc , οι βόλτες με τα ποδήλατα του Aglomeration, τα μικρά παιδικά βιβλιοπωλεία σαν γιγάντια μουσικά κουτιά, εκείνος ο κλόουν που τριγυρνούσε μονάχος στους δρόμους, ο τρόπος που με χαιρετούσε κάθε φορά που ανταμώναμε τυχαία σε κάποιο δρομάκι, πατώντας δυνατά το κλάξον που κρατούσε στο χέρι, οι βόλτες στο πάρκο ακούγοντας γαλλικό ραδιόφωνο, οι πλανόδιοι μουσικοί στα πάρκα και στις πλατείες.
  • Το πάντα αισιόδοξο χαμόγελο της Τ., η αφέλεια της και η αμείωτη με τα χρόνια παιδικότητα της, ο μαγικός της κόσμος, ο κόσμος της παπαρούνας, η πιστεύωσεναγάμογεμάτοαγάπηπουξεπερνάταπάντα θεωρία της, η μανία της με τα κολοκυθάκια. Να τρίβομαι σαν το γατί στα χέρια της Ε. μέχρι να χωθώ στην τεράστια -μα τόσο μικρή μπροστά στην καρδιά της- αγκαλιά της, το τρανταχτό της γέλιο, τα υγρά της μάτια κάθε φορά που μας χαιρετά, τα ερωτικά της δράματα. Τα καραγκιοζιλίκια της Α., το σίγουρο ζαναξ στις μαυρίλες μου, την αναποφασιστικότητα της, τα μαύρα πλούσια μαλλιά της (μαύρα είναι ξεπέρασε το), τις στιγμές μας στο κουμπαρόσπιτό μας, τις συζητήσεις μας επί παντός επιστητού, τα γέλια μας μέχρι δακρύων, τα δικά μας αστεία που δεν τα καταλαβαίνει κανείς, ότι μιλάμε χωρίς να λέμε κουβέντα, αρκεί ένα βλέμμα ή μια κίνηση, την ‘‘μητρική’’ μας αγάπη απέναντι η μια στην άλλη, χωρίς ίχνος ζήλειας παρά μόνο υπερηφάνεια, την πίστη τους σ’ εμένα. Τη στιγμή που ανταμώνουμε οι τεσσερις μας. Κάθε φορά.Το ίδιο συναίσθημα.
  • Τα παλιά αντικείμενα από δικούς μου λατρεμένους ανθρώπους. Όλα όσα κάποτε φόρεσαν, διάβασαν, άγγιξαν, διάλεξαν ή έφτιαξαν. Τα ροζιασμένα χέρια της προγιαγιάς μου, σαν τσαλακωμένα χαρτιά, κάθε ζαρωματιά και μια ιστορία, τα τραγούδια που μου λεγε σαν με ταχτάριζε στα δυο της πόδια, ‘‘ο Σέντες ο Μέντες, ο Ρούμπας ο Καρούμπας’’, οι μικρασιάτικες λέξεις και προτάσεις της, οι τηγανιτές της μπριζόλες-οι πιο νόστιμες μπριζόλες του κόσμου-, ο ‘’μπαμπακιένιος’’ κότσος της, η δίψα της για ζωή, η αισιοδοξία της παρά το γεγονός πως η μοίρα της στέρησε μοναχοπαίδι και εγγόνι. Ο ήρωας της ζωής μου. Οι ιστορίες από την κατοχή της γιαγιάς μου, το ηχηρό της γέλιο, η γενναιοδωρία της, τα αυτοσχέδια μουσικά όργανα από κατσαρόλες και κουτάλια, οι βραδινές καντάδες που σκαρώναμε για να ξυπνάμε τη μαμά, εκείνο το μενταγιόν στο λαιμό της, το σπίτι μας πάντα ανοιχτό να ταΐζει κάθε μέρα όλη όλη τη γειτονιά και όποιον περαστικό το είχε ανάγκη. Το ότι με σταματούν ακόμα στο δρόμο, 20 χρόνια μετά το φευγιό της, άνθρωποι της γειτονιάς, γνωστοί, ή άνθρωποι άγνωστοι σε μένα, για να μου πουν ‘‘η γιαγιά σου ήταν ο καλύτερος άνθρωπος που χω γνωρίσει’’. Η ματιά μας αμέσως μετά. Οι πιο ουσιαστικές ματιές της ζωής μου.
  • Να περπατώ ξυπόλητη, να κουβεντιάζω ώρες ατελείωτες με ανθρώπους όχι απαραίτητα που με καταλαβαίνουν, αλλά έχουν τη θέληση να προσπαθήσουν να με καταλάβουν. Τα άγρυπνα βράδια μου, που κοιμίζω συνειδήσεις και αφυπνίζω γαμημένα απωθημένα μυαλού, να πυροβολώ με λέξεις οθόνες μέσα από πληκτρολόγια, κάποτε μάτωνε το στυλό μου σε λευκές κόλλες (ποτέ με γραμμές, σαν να ’ταν φυλακές για τις λέξεις μου), όλα όσα δε τόλμησα να πω σε σένα, μα κυρίως όλα όσα φοβήθηκα να πω σε μένα, ο μη λογοκριμένος μου εαυτός, σελίδες ατέλειωτες, οι πόρνες τις ζωής μου, τις πήδηξα μια νύχτα σαν ξεπεσμένος ήρωας σ’ ασπρόμαυρη ταινία, αφήνοντας το αντίτιμο όχι φανερά, πάνω σε κομοδίνα, μα κρυφά, καταχωνιάζοντας το μέσα, καθώς ποτέ δε βρήκα το κουράγιο να ρθω σε δεύτερη ‘‘επαφή’’ μαζί τους.
  • Η βουτιά ‘’στην κοιλιά’’ της δεύτερης μάνας μου και η ανεξήγητα μαγική ασφάλεια που νιώθω εκεί μες την αλμύρα της, να ακουμπά η γυμνή κοιλιά μου την άμμο, να ακούω τον ήχο από την ανάσα μου μες το βυθό, να βγάζω μπουρμπουλήθρες από τη μύτη, να τις ονομάζω ‘‘οι φόβοι μου’’ και να τους στέλνω να πνιγούν στην επιφάνεια. Να εξακολουθώ πεισματικά να πιστεύω πως μέσα από τα κοχύλια (ναι εγώ θα τα λέω ακόμα κοχύλια κι όχι γαστερόποδα μαλάκια) ακούω τα κύματα της θάλασσας και πως ναι σίγουρα υπάρχουν γοργόνες, είναι τα πιο ευτυχισμένα πλάσματα στο κόσμο και πως αν ποτέ μου χαριστεί μια δεύτερη ζωή, τότε θα χω και γω «μια φούχτα αλατισμένο φως κάτου απ’τη φούστα μου»
  • Την αλλαγή, το ότι έχω λίγο από τσιγγάνα μέσα μου και πνίγομαι σα μένω καιρό σε ένα μέρος, το φευγιό μου, τις άπειρες νύχτες μοναξιάς μου στα ‘‘ξένα’’, τα ταξίδια μαζί σου μέσα από το Google earth όταν δεν έχουμε μια στην τσέπη, τις σκέψεις μου στις πύλες αεροδρομίων λίγο πριν μπω στο αεροπλάνο, να απογειώνονται όνειρα και αεροπλάνο κι ουρανός ποτέ δεν είναι πιο κοντά, όνειρα ιπτάμενα, χωρίς εισιτήρια επιστροφής.
  • Τα μέρη που περπάτησαν οι πιο λατρεμένοι μου άνθρωποι. Τις γειτονιές στην Παλιά Κοκκινιά και τη Νίκαια, τα προσφυγικά σπίτια (όσα δεν ξεπουλήθηκαν για ένα διαμέρισμα σε μια κακόγουστη πολυκατοικία). Το ότι εδώ ακόμα λέμε καλημέρα στο γείτονα φωνάζοντας τον με το μικρό του, η μαγκιά και η μπέσα τριγυρνάει ακόμα σε κάτι πειραιώτικα στέκια, ποτίζεται με μπρούσκο και σιγοτραγουδά παλιά ρεμπέτικα. Τις ιστορίες για το Αϊβαλί και τα χώματα που χάθηκαν μερικά από τα γονίδια μου, τη στιγμή που το αντίκρισα πρώτη φορά πάνω από το καίκι, μα πιότερο τη στιγμή που πάτησα στους τόπους του προπάππου μου. Τα σοκάκια από το πιο μαγικό νησί του κόσμου, οι φούξια βουκαμβίλιες της, το ξημέρωμα στην Αλευκάντρα, ένας αέρας να σου σφυρίζει μυστικά ξεχασμένα, μόνο σε σένα που έχεις εκπαιδευτεί να την αφουγκράζεσαι κάτω από τα πολλά ντεσιμπέλ, ντόπιων εμπόρων, αλλόχθονων χλιδόγυφτων, μουρλοκακομοίριδων sellέμπριτις, ξαναμμένων ομοφυλόφιλων, τουριστών βουτηγμένων στην αλκοόλη, τα κόκκινα ξύλινα κάγκελα στο αλλοτινό σπίτι της γιαγιάς μου, συμπτωματικά κοντά στο μαγαζί που θα δούλευε για χρόνια η μαμά μου, το να φαντάζομαι πως κάποτε σε εκείνα τα μέρη έτρεχε ξυπόλητο ένα κορίτσι, με ξέπλεκα μαλλιά. Που αργότερα έγιναν μπαμπακιένιος κότσος.
  • Το να γνωρίζω καινούργιους ανθρώπους. Εκείνους που είναι ατόφιοι και ακατέργαστοι αλλά και κείνους που κατάφεραν να ‘‘κατεργαστούν’’ χωρίς να πετσοκόψουν το είναι τους κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, αυτούς που έχουν εκείνη την έμφυτη ευγένεια στο στόμα μα κυρίως στο βλέμμα, που κυνηγούν τ’ όνειρο τους μέχρι το τέρμα κι ας ξέρουν ότι τρέχουν μ΄ ένα παπούτσι σε μια στημένη κούρσα, τους ταπεινούς ακόμα κι αν ο εγκέφαλος τους έχει μορφή βιβλιοθήκης ή ακόμα κι αν έχουν χρήμα για να αγοράσουν τη σελήνη και δύναμη να την εξαφανίσουν, εκείνους που πράττουν αυτό που ΠΡΕΠΕΙ και όχι αυτό που μπορούν, εκείνους που δεν περπατάνε με γλώσσα, αυτούς που στο άκουσμα της λέξης ‘‘τιμή’’ δε θα σκεφτούν νούμερα μα μπέσα, εκείνους που μπορούν και χαίρονται τις μικρές χαρές της ζωής μα κυρίως αυτούς που σκέφτονται έστω για μια στιγμή της ημέρας όλους αυτούς που δυστυχώς δε μπορούν.

Πετώ δέκα τελίτσες- βόμβες αγάπης και την κάνω…Σ’ αφήνω για λίγες μέρες, πάω να συναντήσω τις αγάπες της ζωής μου, τα κορίτσια μου, σου κερνώ σφηνάκι αγάπης το άνωθεν ποστ, κι αν αναρωτιέσαι ακόμα τι να το κάνεις, η απάντηση είναι εκεί, στην έχω γράψει με κατακόκκινα γράμματα, σε κάθε ΄΄τοίχο΄΄ του μυαλού σου

ΑΝΤΕ ΑΓΑΠΗΣΟΥ ΡΕ!













*all photos are mine except from the first one.If you know the source please contact me .If the owner -for any reason-wants the photo to be removed, send me an e-mail and i wiil remove it immediately

8 σχόλια:

  1. Άξιζε η αναμονή!Μαρήηηη με συγκίνησες!!!!!!!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. file...! exw pa8ei! uperoxo, apla! poso se eniwsa se polla apo auta, eidika sto deutero...! panta etsi na grafeis euxomai!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. heeey
    kla to blog s einai fovero
    FOVERO!
    ennohtai pws ekana follow
    Nana
    http://nanajonesofficial.blogspot.com/

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. :D:D:D:D:D <3<3 glukoutsikooo post!!!

    hsoun 3eka8ara h guest star tou swap not shop!!!
    elpizw na ta 3anapoume sudoma...kai pio hrema...kai me kafe kai muffin (ths lou pou den prolavame na dokimasoume)!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. speechless! den uparxeis! sto exw ksanapei grafeis teleia!apisteuto post!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. axaxaxaxaxxa.....pes ta xrysostomi!!kai ayto to proigoumeno poua bousto me 3etrelane!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή