Κυριακή, 3 Ιουλίου 2011

Παίξε φεύγα μαζί μου

Έλα ταξίδεψε με για λίγο σου λέω… Πες μου τι δε ξεχνούν τα μάτια σου από κείνο το ταξίδι και τι μυρωδιές σου έρχονται σαν κλείσεις για λίγο τα μάτια? Μου λες τα δικά σου, για γεύσεις και κείνη τη μυρωδιά απ’ τα βρεγμένα φύλλα στο δάσος που πότισε μια καλοκαιρινή μπόρα, σ’ ακούω, φαντάζομαι, για λίγο βρέθηκα στη θέση του συνοδηγού, άνοιξα ακόμα περισσότερο το παράθυρο, αυτή τη φορά δεν κατάφερα να κλείσω τα μάτια να νιώσω τον αέρα στα μάγουλα, δε μ’ αφήνει εκείνη, απλώνεται προκλητικά όμορφη μπροστά μου σαν εκείνη τη γυμνή γυναίκα στο πίνακα του Φρεντερίκ Μπαζίλ που δε σ’ αφήνει να πάρεις τα μάτια σου από πάνω της, είναι και κείνο το υγρό ένιε του Ισπανού απ’ το ραδιόφωνο, βρίσκομαι ήδη στη Χώρα των Βάσκων πίνω παγωμένο tinto de verano και σου ψιθυρίζω εκείνο το ρητό, ««πριν ο Θεός γίνει Θεός και οι πέτρες γίνουν πέτρες, οι Βάσκοι ήταν ήδη Βάσκοι»

Θυμάμαι πως κάποτε και γω σ’ ένα δωμάτιο φοιτητικής εστίας στο Voie Domitienne καθώς ετοίμαζα βιβλία για το μάθημα σας κοίταξα και είπα ’’Δε φτιάχνω τσάντα μαθητή σήμερα, αλλά βαλίτσα. Πάμε Ισπανία?’’ . Γελούσες και μου ‘λεγες κάτσε να το σκεφτούμε λίγο, έβγαλες χαρτί και μολύβι να αρχίσεις τους λογαριασμούς, μαζεύοντας σφιχτή κοτσίδα τα μαλλιά σου (πόσο μου λείπει αυτός ο ορθολογισμός σου που συνοδευόταν πάντα με πιάσιμο των μακριών μαλλιών σου), αυτά δε γίνονται με σκέψη αλλά με ζέση, σε όσα λογαριάζουμε βγαίνουμε πάντα μείων, «μα είναι ήδη μεσημέρι», σε όλα τα «ήδη» σου είναι αυτά που δεν πρόλαβες να ζήσεις σου λέω, γελάς και νιώθω ευτυχία ξέρω πως η παρένθεση στο στόμα γύρω απ΄ το γέλιο σου μου ψιθυρίζει το «ναι» μου.

Φορτώνουμε το νοικιάρικο μπαγκάζια, θέλω ζεστά ζυμαρένια μισοφέγγαρα με σοκολάτα για το δρόμο, εισπράττω το δήθεν «άγριο» βλέμμα του Ν. απ’ τον καθρέφτη, το εξαργυρώνει μ’ αυθάδικο βγάλσιμο γλώσσας, πνίγει το γέλιο με βήχα και σταματάει σ’ εκείνο το Maison du Pain με το πιο λαχταριστό éclair σοκολάτας του κόσμου.

Σας αφήνω μπροστά να «τσακώνεστε» για μουσικές, η Α. θέλει τη συντροφιά από φωνές που τραγουδούν στα Γαλλικά, «νισάφι πια με τους λελέδες και τα ανάπηρα ρω τους», τα χέρια σας μπλέκονται στα κουμπιά του ραδιοφώνου, είναι που θα μπλεχτούν και τα βλέμματα και τελικά θα περάσει το δικό της.

Σε όλη τη διαδρομή κοιτάω συνέχεια έξω, ποτέ μου δεν κατάφερα να κοιμηθώ σε ταξίδι, η διαδρομή κρύβει τη μισή μαγεία, τα πιο αγαπημένα μου όνειρα δεν τ’ άφησα πάνω σε μαξιλάρια, αλλά σε αφρισμένες θάλασσες, οργωμένα χωράφια, κατάφυτα δάση ή τρίγωνα που σχημάτισαν βουνά. Δραπέτευσαν από κάποιο μισάνοιχτο παράθυρο αυτοκινήτου και σκόρπισαν, στάχτες των «θέλω» μου.

Τι να σου πρωτοπώ για κείνο το ταξίδι, δεν είναι η θέα των βουνοκορφών απ’ το παράθυρο μας στο δωμάτιο, ούτε εκείνο το ροζ μουσείο στο Figueres με τα τεράστια ‘’αβγά’’ στη σκεπή, τα εκθέματα του πιο ευφυή καλλιτέχνη του 20ου αιώνα στο εσωτερικό του, ούτε εκείνη η Κάντιλακ που μ’ ένα σου κέρμα γέμιζε νερό. Δεν είναι η αρχιτεκτονική του Gaudi, το πολύχρωμο φως στο πρόσωπο σου απ’ τα βιτρό στη Sagrada Familia, το ότι βλέπαμε «αχινούς» στην οροφή και ο Ν. κουνούσε κοροϊδευτικά το κεφάλι, τα πολύχρωμα μαρμάρινα ψηφιδωτά στο πάρκο Guell, τα σπιτάκια με τις περίτεχνες Art Nouveau σκεπές, οι ισπανικές μελωδίες απ΄ τον πλανόδιο μουσικό του πάρκου και ο Ν. να σου χορεύει, το ότι ψάχναμε μέχρι τα ξημερώματα το Colbato, τα παρ αρίμπα και αμπάχο που δεν καταλάβαμε ποτέ, τα σαλάχια- φαντάσματα που περνούσαν πάνω απ’ το κεφάλι μας στο ενυδρείο, εκείνο το βράδυ ψηλά πάνω από το Μουσείο Εθνικής Τέχνης, στα απλωμένα φώτα τις πόλης σκορπίσαμε γέλια και δυο τρείς από τους πόθους μας. Δεν είναι τα γέλια μας σαν σε σερβίρανε τη «γκουρμεδιά» που έφαγες στο Hotel Arts, η μυρωδιά απ΄ τη paella, τα tapas bar, εκείνο το χρυσό «χαλί» που σμίγει με τη θάλασσα στη Barceloneta, τα κατάρτια απ΄τα ιστιοπλοϊκά στο λιμάνι, και ο ήχος που κάνουν τα βήματα στη ξύλινη γέφυρα. Δεν είναι όλα όσα γευτήκαμε γενικά, είδαμε και ζήσαμε εκεί.

Είναι η χαρά του ταξιδιού που δεν έχει προγραμματιστεί, όλα τα «ήδη» σου που τόλμησες να κάνεις πράξη, εκείνος εκεί ο στίχος που λέει θα σε πάρω να φύγουμε που σβουρίζει συχνά στο μυαλό σου και σε βρίσκει η νύχτα να τσουγκρίζεις ποτήρι λέγοντας «δεν το πιστεύω ότι είμαστε εδώ», είναι αυτά που θα χεις να θυμάσαι τις μέρες που πήζεις στη δουλειά, η «βενζίνη» σου για ταξίδια με όχημα το μυαλό σου, και το σπίρτο που ανάβει φωτιές στο «κάτσε να το σκεφτούμε» κάθε φορά που θες να το σκάσεις.










our ''urchins''. Spiny just like your absence